Ψωρίαση

Μία χρόνια, αυτοάνοση νόσος που αφορά το 2% του πληθυσμού και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Το 1/3 των ασθενών αναφέρουν πως στην οικογένειά τους υπάρχει ιστορικό ψωρίασης. Θεωρείται πως όταν ένας γονιός έχει ψωρίαση η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου στα παιδιά του είναι 8%, ενώ όταν δύο γονείς έχουν την νόσο η πιθανότητα εμφάνισης ψωρίασης στα παιδιά τους ανεβαίνει στο 41%. Μπορεί να προσβάλλει το δέρμα, τους όνυχες και τις αρθρώσεις.

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες τόσο φυσικοί όσο και χημικοί που μπορούν να οδηγήσουν σε επιδείνωση της ψωρίασης. Ο κνησμός για παράδειγμα και η συνεχής τριβή του δέρματος οδηγούν σε επιδείνωση της νόσου. Υπάρχουν επίσης φάρμακα που μπορούν να επιδεινώσουν την ψωρίαση και καλό είναι να ενημερώνονται οι ασθενείς γι’ αυτά έτσι ώστε να τα αποφεύγουν. Το αλκοόλ επίσης θεωρείται ως εκλυτικός παράγοντας της νόσου και έχει παρατηρηθεί ότι η αποχή από το αλκοόλ οδηγεί σε ύφεση της ψωρίασης. Εκτός από το αλκοόλ και το στρες σχετίζεται με τη νόσο, συχνά η πρώτη διάγνωση της νόσου συνδέεται συνήθως με έντονα συμβάντα στη ζωή του ασθενούς.

Η θεραπεία της ψωρίασης περιλαμβάνει την τοπική και τη συστηματική (από το στόμα ή ενέσιμη) αγωγή. Συνήθως στην αγωγή της ψωρίασης ξεκινάμε με τις τοπικές θεραπείες και σε περίπτωση μη ανταπόκρισης προχωράμε αρχικά στην PUVA (φωτοχημειοθεραπεία)-UVB (φωτοθεραπεία), στη συνέχεια στις “κλασσικές” συστηματικές και σε περίπτωση και πάλι μη ανταπόκρισης στις νεότερες βιολογικές θεραπείες.

Η τοπική θεραπεία περιλαμβάνει τα κορτικοστεροειδή, τα ανάλογα της βιταμίνης D (καλσιποτριόλη), την ανθραλίνη και τα κορτικοστεροειδή. Σε ότι αφορά τις “κλασσικές” συστηματικές θεραπείες αυτές περιλαμβάνουν τη κυκλοσπορίνη, τα ρετινοειδή και τη μεθοτρεξάτη. 
Η πλειοψηφία των ασθενών ανταποκρίνεται καλά στις προαναφερθείσες θεραπείες. Στις περιπτώσεις εκείνες που είτε υπάρχει κάποιο πρόβλημα τοξικότητας του φαρμάκου είτε ιδιαίτερα συχνές υποτροπές της νόσου μετά τη διακοπή των “κλασσικών” φαρμάκων μπορούμε να χορηγήσουμε τα νεότερα βιολογικά φάρμακα (infliximab, etanercept, adalimumab, ustekinumab, secukinumab), τα οποία είτε είναι αυτοχορηγούμενα σε μορφή δηλαδή υποδόριας ένεσης που γίνεται από τον ίδιο τον ασθενή είτε χορηγούνται ενδονοσοκομειακά σε μορφή ενδοφλέβιας έγχυσης.
 Τόσο για τα παλαιότερα “κλασσικά” φάρμακα όσο και για τα νεότερα βιολογικά φάρμακα χρειάζεται να γίνεται πριν την έναρξη αλλά και κατά τη διάρκεια χορήγησής τους ειδικός εργαστηριακός έλεγχος. Επίσης για τα βιολογικά φάρμακα ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνει αμέσως τον γιατρό του σε περίπτωση που εμφανίσει σημάδια λοίμωξης ή στην περίπτωση που θα πρέπει να του χορηγηθεί κάποιο εμβόλιο.

Ενδιαφέρουσες διευθύνσεις: www.psoriasis.org και για τους γαλλομαθείς www.gipso.info

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ

address-icon Ρ. Φεραίου 48, Πάτρα 26221

ΔΕΥ. & ΠΕΜ.: 10:00 – 18:00
ΤΡΙ.: 9.30-14.30 & 17.30-20.30
ΤΕΤ. & ΠΑΡ.: 11:00 – 20:00